Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

faith in yourself


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο yourself παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: faith | in
  • WordReference
  • Definition
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
yourself pron (reflexive pronoun: you singular)ο εαυτός σου αντων
 Stop looking at yourself in the mirror all the time.
 Make sure you take care of yourself.
 Σταμάτα να κοιτάζεις τον εαυτό σου στον καθρέφτη όλη την ώρα.
yourself pron (you singular: for emphasis) (εμφατικός τύπος)εσύ ο ίδιος έκφρ
 You, yourself, said that it was too difficult to do.
 There's nobody here but yourself.
 Εσύ ο ίδιος είπες ότι παραείναι δύσκολο.
yourself pron (you: after as, than, but)ο εαυτός σου αντων
  (σε όλες τις πτώσεις)εσύ αντων
 There's nobody here but yourself.
 Δεν είναι κανείς εδώ εκτός από σένα.
yourself pron (you singular: in person)ο ίδιος έκφρ
  εσύ αντων
 I can post the item to you if you cannot come and pick it up yourself.
yourself pron (on your own, without assistance)μόνος σου έκφρ
  εσύ αντων
  (εμφατικός τύπος)εσύ ο ίδιος έκφρ
 Please do your homework yourself.
 Σε παρακαλώ κάνε μόνος σου τα μαθήματά σου.
yourself pron figurative (your normal self)ο εαυτός σου φρ ως ουσ αρσ
  εσύ αντων
 You don't seem yourself today. What's up?
 Δεν είσαι ο εαυτός σου σήμερα. Τι συμβαίνει;
yourself pron (reflexive pronoun: oneself)τον εαυτό σου έκφρ
 It's important to take care of yourself during the exam period.
yourself pron (on one's own, without assistance)ο ίδιος έκφρ
  μόνος μου έκφρ
 There's no reason to buy ready-made vegetable soup when it's easy to make it yourself.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
carve [sth] out for yourself,
carve out [sth] for yourself
vtr phrasal sep
figurative (career, etc.: build up) (καριέρα)κάνω ρ μ
  (μεταφορικά)χτίζω ρ μ
 She's succeeded in carving out a nice career for herself in marketing.
 Κατάφερε να κάνει καλή καριέρα στο μάρκετινγκ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
abandon yourself to [sth] v expr (surrender to [sth]: desires, etc.) (μεταφορικά: π.χ. σε απολαύσεις)παραδίδομαι σε κτ ρ αμ + πρόθ
  ενδίδω σε κτ ρ αμ + πρόθ
absent yourself vtr + refl (leave)αποσύρομαι ρ αμ
  αποχωρώ ρ αμ
 I started feeling unwell at the party, so I absented myself.
absent yourself from [sth] v expr formal (leave)αποσύρομαι από κτ ρ αμ + πρόθ
  φεύγω από κτ ρ αμ + πρόθ
 If you feel unwell, simply absent yourself from the table.
absent,
absent yourself from [sth]
v expr
formal (not attend)απουσιάζω από κτ, λείπω από κτ ρ αμ + πρόθ
 Mr Smith sends his apologies for having to absent himself from today's meeting.
account yourself [sth] vtr + refl formal (consider yourself)θεωρώ τον εαυτό μου κτ έκφρ
  θεωρώ ότι είμαι κτ έκφρ
 He accounts himself poor.
acquaint yourself with [sth] v expr (become familiar with)εξοικειώνομαι ρ αμ
 Read the book, and acquaint yourself with Shakespeare's work.
adapt yourself to [sth] v expr (get used to)προσαρμόζομαι ρ αμ
adapt yourself to doing [sth] v expr (get used to doing [sth])συνηθίζω να κάνω κτ περίφρ
adapt yourself to [sth] v expr (change to accommodate)προσαρμόζομαι ρ αμ
adapt yourself to doing [sth] v expr (change to accommodate)συνηθίζω να κάνω κτ περίφρ
  (μεταφορικά)μαθαίνω να κάνω κτ περίφρ
 You need to adapt yourself to living with other people.
align yourself with [sb/sth] v expr figurative (agree with)συμφωνώ με κπ/κτ ρ αμ + προθ
 By agreeing with the decision to move forward with the plans, I unknowingly aligned myself with Anthony.
 Αποδεχόμενη την απόφαση να προχωρήσω με τα σχέδια, χωρίς να το ξέρω συμφώνησα με τον Άντονι.
all to yourself adv (for [sb]'s sole use)όλος δικός μου έκφρ
  (καθομιλουμένη)όλο για την πάρτη μου έκφρ
 Cheri had the train compartment all to herself.
allow yourself [sth] vtr + refl (indulgence)επίτρεψε στον εαυτό σου έκφρ
 Even while dieting, I allow myself the occasional dessert.
allow yourself [sth] vtr + refl (enough time) (χρόνος)δώσε στον εαυτό σου έκφρ
 Please allow yourself 15 minutes to complete the second part of the test.
amuse yourself vtr + refl (find [sth] entertaining to do)διασκεδάζω ρ αμ
  (επίσημο)ψυχαγωγούμαι ρ αμ
apply yourself vtr + refl (make an effort, work hard)συγκεντρώνομαι, προσπαθώ ρ μ
  δουλεύω σκληρά ρ αμ + επίρ
 If you apply yourself, you will succeed.
 Αν συγκεντρωθείς, θα επιτύχεις.
apply yourself to [sth] vtr + refl (make an effort, work hard)αφοσιώνομαι σε κτ, αφιερώνομαι σε κτ ρ αμ + πρόθ
  συγκεντρώνομαι σε κάτι ρ αμ + πρόθ
 I am really going to apply myself to my studies.
be ashamed of yourself,
feel ashamed of yourself
v expr
(feel shame)ντρέπομαι ρ αμ
 You should be ashamed of yourself for failing that test!
assert yourself vtr + refl (be insistent or firm)υψώνω το ανάστημά μου, λέω/εκφράζω την άποψή μου έκφρ
  υποστηρίζω την άποψή μου, υποστηρίζω τη θέση μου περίφρ
  (μτφ, καθομ)ακούγομαι ρ αμ
  (μτφ: με το ζόρι)επιβάλλομαι ρ αμ
 It's important to assert yourself when you feel you are being treated unfairly.
assure yourself [sth] v expr (secure for yourself) (ότι/πως)σιγουρεύομαι, βεβαιώνομαι ρ αμ
  (κτ)εξασφαλίζω ρ μ
attach yourself to [sb/sth] v expr figurative (individual, group: follow around) (μεταφορικά)κολλάω σε κπ/κτ ρ αμ + πρόθ
  (καθομιλουμένη: αρνητικό)γίνομαι κολλητσίδα σε κπ έκφρ
 Dave attached himself to our group in the first week of college, but none of us really like him.
attach yourself to [sth] v expr (be associated with)συνδέομαι με κτ, σχετίζομαι με κτ
  (μεταφορικά)δένομαι με κτ
 Will attached himself to the new business venture.
avail yourself of [sth] v expr (make use of)εκμεταλλεύομαι ρ μ
  αξιοποιώ ρ μ
  χρησιμοποιώ ρ μ
 Buster failed because he did not avail himself of the help offered to him.
be a law unto yourself,
be a law onto yourself
v expr
(disregard conventions)δεν συμβιβάζομαι έκφρ
  είμαι αντισυμβατικός έκφρ
be true to yourself v expr (live by own values)το να είσαι σωστός με τον εαυτό σου περίφρ
  το να είμαι ο εαυτός μου περίφρ
 To be true to oneself you must act in accordance with who you are and what you believe.
be yourself vi (behave naturally)είμαι άνετος ρ αμ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 I know you're nervous about the interview, but just be yourself and you'll do fine.
bear yourself vtr (conduct: yourself)φέρομαι, συμπεριφέρομαι ρ αμ
 He bore himself with courage and distinction.
beat yourself up v expr figurative, informal (feel guilty or bad)τα βάζω με τον εαυτό μου έκφρ
  (μεταφορικά, λόγιος)αυτομαστιγώνομαι ρ αμ
 It was just an honest mistake, so you shouldn't beat yourself up about it.
beat up on yourself v expr US, informal (feel guilty or bad) (καθομιλουμένη)χτυπιέμαι έκφρ
  αισθάνομαι άσχημα έκφρ
behave yourself vi + refl (act nicely)κάτσε φρόνιμα, κάτσε όμορφα περίφρ
Σχόλιο: Often used in the imperative.
 Please behave yourselves when we visit grandma.
beside yourself expr figurative (devastated) (μεταφορικά)τρελαίνομαι ρ αμ
  (μεταφορικά, καθομιλουμένη)χάνω τα λογικά μου, χάνω το μυαλό μου, τα χάνω έκφρ
  (αργκό)φρικάρω ρ αμ
 Debbie was beside herself when she received the news of her son's death.
beside yourself with [sth] prep figurative (out of your senses) (μεταφορικά: από κάτι)τρελαίνομαι ρ αμ
  (μεταφορικά)χάνω τα λογικά μου, χάνω το μυαλό μου έκφρ
  (αργκό, ανεπίσημο)φρικάρω ρ αμ
 My mother was beside herself with worry when I didn't call.
bestir yourself vtr + refl literary (rouse yourself) (κυριολεκτικά, μεταφορικά)ξυπνάω, ξυπνώ ρ αμ
  (από το κρεβάτι)σηκώνομαι ρ αμ
 You'd best bestir yourself, my lady; it's almost noon.
betray yourself vtr + refl (go against your own values)προδίδω τον εαυτό μου περίφρ
  προδίδω τα πιστεύω μου περίφρ
 I would be betraying myself if I voted for that party.
 Αν ψήφιζα αυτό το κόμμα, θα πρόδιδα τον εαυτό μου.
better yourself v expr (become more educated)μορφώνομαι ρ αμ
 Paul reads scientific journals in an attempt to better himself.
better yourself v expr (achieve higher standing)καλυτερεύω την κατάσταση για εμένα
 My father worked in a factory but I wanted to better myself and was determined to get an office job.
brace yourself vtr + refl figurative (prepare for shock)προετοιμάζομαι ρ αμ
  (μεταφορικά)οπλίζομαι με θάρρος έκφρ
 The doctor warned the patient's family to brace themselves.
brace yourself for [sth] v expr figurative (prepare for shock) (για κτ)προετοιμάζομαι ρ αμ
  (μεταφορικά: για κτ)οπλίζομαι με θάρρος έκφρ
 Everyone is bracing themselves for the foot of snow forecast for tonight.
 Όλοι προετοιμάζονται για τα 30 εκατοστά χιόνι που προβλέπονται για απόψε.
Brace yourself interj figurative (prepare for shock)προετοιμάσου, ετοιμάσου, κρατήσου ρ αμ
  οπλίσου με θάρρος, δείξε θάρρος έκφρ
  κάνε κουράγιο έκφρ
 Brace yourself, I've got some bad news.
 Δείξε θάρρος. Έχω άσχημα νέα.
brace yourself vtr + refl (prepare for impact)προετοιμάζομαι, ετοιμάζομαι ρ αμ
  κρατιέμαι ρ αμ
 The flight attendant instructed the passengers to brace themselves.
brace yourself for [sth] v expr (prepare for impact)προετοιμάζομαι για κτ, ετοιμάζομαι για κτ ρ αμ + πρόθ
  κρατιέμαι για κτ ρ αμ + πρόθ
 Seeing that there was no way to escape, Joel braced himself for the blow of the other man's fist.
Brace yourself interj (prepare for impact)ετοιμάσου ρ αμ
  κρατήσου ρ αμ
 Brace yourself. We're about to land.
 Ετοιμάσου. Σε λίγο προσγειωνόμαστε.
bring yourself to do [sth] v expr (force yourself to do [sth])υποχρεώνω τον εαυτό μου να κάνει κτ, βάζω τον εαυτό μου να κάνει κτ περίφρ
  (ανεπίσημο)με υποχρεώνω να κάνω κτ περίφρ
Σχόλιο: Usually used in the negative
 I can't bring myself to see a film that's that violent.
burden yourself with [sth] v expr (responsibility) (μεταφορικά)φορτώνομαι ρ μ
  φορτώνομαι με κτ ρ αμ + πρόθ
  επιβαρύνομαι με κτ ρ αμ + πρόθ
  (λόγιο)επωμίζομαι ρ μ
 Don't burden yourself with the practical side of moving house: leave it to the removal men.
 Μην φορτωθείς εσύ με το πρακτικό κομμάτι της μετακόμισης. Άφησέ το στη μεταφορική εταιρεία.
burden yourself with [sth] v expr (concerns)φορτώνομαι, επιβαρύνομαι ρ μ
 Don't burden yourself with my insignificant problems.
 Μην επιβαρύνεσαι με τα ασήμαντα προβλήματά μου.
burn yourself out v expr (person: suffer overexhaustion)παθαίνω υπερκόπωση ρ μ + ουσ θηλ
bury yourself in [sth] v expr figurative (engross yourself in [sth](μεταφορικά)χάνομαι σε κτ ρ αμ + πρόθ
 On rainy days, the best thing to do is bury yourself in a good book.
 Τις βροχερές μέρες το καλύτερο που μπορείς να κάνεις είναι να χαθείς σε ένα καλό βιβλίο.
bury yourself in [sth] v expr figurative (become immersed in [sth](μεταφορικά)βυθίζομαι σε κτ, αφιερώνομαι σε κτ ρ αμ
  είμαι βυθισμένος σε κτ, είμαι αφοσιωμένος σε κτ έκφρ
busy yourself vtr (keep occupied)απασχολούμαι ρ αμ
 Arthur tries to busy himself with small tasks.
by yourself,
all by yourself
adv
(on your own: without company)μόνος σου φρ ως επίρ
  (εμφατικός τύπος)ολομόναχος επίθ
  (εμφατικός τύπος)εντελώς μόνος φρ ως επίρ
 Have you ever been to a restaurant by yourself?
by yourself,
all by yourself
adv
(on your own: without help)μόνος σου φρ ως επίρ
  μόνος επίθ
 Did you fix this faucet by yourself?
Calm yourself! interj (don't panic)ηρέμησε, χαλάρωσε ρ αμ
 Madam, please calm yourself! The doctor is on her way to treat your son.
camouflage yourself vtr + refl (conceal self using color, etc.)καμουφλάρομαι ρ αμ
 Many insects camouflage themselves to avoid being eaten.
can't help yourself v expr informal (be compelled to do [sth])δεν μπορώ να κάνω αλλιώς έκφρ
 She can't help herself - she has to criticize everything I do.
carry yourself vtr + refl (posture: hold yourself)στέκομαι ρ αμ
  έχω στάση ρ έκφρ
 The ballerina carries herself well.
carry yourself vtr + refl (posture)συμπεριφέρομαι ρ αμ
 He was poor, but carried himself with dignity.
carve out a niche for yourself v expr figurative (find your role, trade)βρίσκω την θέση μου περίφρ
  δημιουργώ το κοινό μου περίφρ
carve out a niche for yourself in [sth] v expr figurative (find your role, trade)βρίσκω τον ρόλο μου σε κτ περίφρ
  βρίσκω τη θέση μου σε κτ περίφρ
center yourself (US),
centre yourself (UK)
vtr + refl
(make yourself calm, focused)συγκεντρώνομαι ρ αμ
  (μεταφορικά, καθομιλουμένη)συμμαζεύομαι ρ αμ
 Meditating every morning helps me to center myself.
cloak yourself in [sth] v expr figurative (be concealed)κρύβομαι σε κτ περίφρ
 Cloak yourself in darkness and sneak in the back way.
cloak yourself in [sth] v expr figurative (have an air of)περιβάλλομαι από κτ ρ αμ + πρόθ
  κρύβομαι πίσω από κτ περίφρ
 Sarah liked to cloak herself in an air of mystery, but that just covered up the fact that she was usually clueless.
cloister yourself vtr + refl (shut yourself away)απομονώνομαι ρ αμ
 The writer cloistered himself in his mountain cabin until he finished writing his novel.
collect yourself vtr + refl figurative (emotions: calm)ηρεμώ, συγκεντρώνομαι ρ αμ
  βρίσκω την αυτοκυριαρχία μου περίφρ
  (καθομιλουμένη)μαζεύομαι ρ αμ
 Let me collect myself before I go out on stage. I'm still a bit emotional.
 Άσε με να ηρεμήσω λιγάκι πριν βγω στη σκηνή. Είμαι ακόμα λίγο νευρικός.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Μαζέψου, δεν είναι ωραίο να κλαις μπροστά στον κόσμο.
commit yourself to doing [sth] v expr (fully engage in doing)αφοσιώνομαι σε κτ ρ αμ + πρόθ
 You need to schedule times when you will commit yourself to studying.
comport yourself vtr + refl (behave, conduct yourself)σύνελθε, συμμορφώσου έκφρ
 Officers have a duty to comport themselves in a manner which sets a good example to their men.
compose yourself vtr + refl (make yourself calm)ηρεμώ, συνέρχομαι ρ αμ
  (καθομιλουμένη)καλμάρω ρ αμ
  (αργκό, μεταφορικά)μαζεύομαι, συγκεντρώνομαι ρ αμ
conceal yourself vi (hide)κρύβομαι ρ αμ
 The burglar concealed himself in the bushes while staking out the house.
concern yourself with [sth] v expr (worry about)ανησυχώ ρ αμ
  με απασχολεί κτ έκφρ
 I'll buy it for you, so don't concern yourself with the cost.
 Θα σου το αγοράσω, οπότε μην ανησυχείς για το κόστος.
concern yourself with [sth] v expr (be preoccupied with)ανησυχώ για κτ ρ αμ + πρόθ
 It's best not to concern yourself with things you cannot change.
 Καλύτερα να μην ανησυχείς για πράγματα που δεν μπορείς να αλλάξεις.
conduct yourself vtr + refl (behave)συμπεριφέρομαι, φέρομαι ρ αμ
 Please conduct yourself with politeness.
conduct yourself vi (behave, act)συμπεριφέρομαι, φέρομαι ρ αμ
 Please conduct yourself like a gentleman when you're with my daughter.
congratulate yourself vtr + refl (be proud of yourself)αυτοσυγχαίρομαι ρ αμ
 Even though you lost the race, you should congratulate yourself for finishing at all.
content yourself with [sth] v expr (be satisfied with [sth])αρκούμαι σε κτ ρ αμ + πρόθ
  ικανοποιούμαι με κτ ρ αμ + πρόθ
 I'm too old to party on a Friday night; these days I content myself with a cup of tea and a few episodes of my favourite TV show.
content yourself with doing [sth] v expr (be satisfied with doing [sth])αρκούμαι στο να κάνω κτ περίφρ
  ικανοποιούμαι με το να κάνω κτ περίφρ
 Jane had to content herself with redecorating her kitchen as she couldn't afford to have a new one fitted.
contort yourself vtr + refl (twist into unnatural position)συστρέφομαι ρ αμ
 You're going to have to contort yourself to get into such a tiny dress!
control yourself vtr + refl (remain calm and composed)συγκρατούμαι ρ αμ
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)κρατιέμαι ρ αμ
 Even if she tries to pick a fight, you must control yourself and avoid responding.
control yourself vtr + refl (resist temptation)συγκρατούμαι ρ αμ
  αντιστέκομαι στον πειρασμό περίφρ
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)κρατιέμαι ρ αμ
cure yourself of [sth] v expr (get over, rid yourself of) (μεταφορικά)γιατρεύομαι από κτ ρ αμ + πρόθ
  απαλλάσσομαι από κτ ρ μ + πρόθ
  (συνήθεια)ξεπερνάω ρ μ
 The teacher told the insolent student that he needed to cure himself of his attitude.
deceive yourself v expr (be deluded)αυταπατώμαι ρ αμ
  κοροϊδεύω τον εαυτό μου περίφρ
 You're deceiving yourself if you think Lily is going to lend you so much money.
declare yourself to be [sth] v expr (announce)αυτοανακηρύσσομαι ρ μ
 I hereby declare myself to be a candidate in the forthcoming elections.
 Με το παρόν αυτοανακηρύσσομαι υποψήφιος για τις προσεχείς εκλογές.
declare yourself to be [sb] v expr (claim identity)αυτοαποκαλούμαι ρ μ
  δηλώνω ότι είμαι περίφρ
 He declared himself to be the long-lost son of the deceased, returned to claim his inheritance.
 Δήλωσε ότι είναι ο από καιρό χαμένος γιος του αποθανόντος, που επέστρεψε για να διεκδικήσει την κληρονομιά του.
declare yourself vtr + refl (state that you are for, against [sth])δηλώνω
 The politician declared herself in favour of curbs on immigration.
declare yourself to be [sth] v expr (state yourself to be for, against [sth])δηλώνω εναντίον περίφρ
 The minister declared himself to be against the introduction of the euro to Britain.
dedicate yourself to [sth] v expr (devote energy to [sth])αφοσιώνομαι σε κτ ρ αμ + πρόθ
 If you want to be a star athlete, you have to dedicate yourself to the sport.
defend yourself vtr + refl (avoid harm, injury to self)υπερασπίζομαι τον εαυτό μου έκφρ
  αμύνομαι ρ αμ
delude yourself vtr + refl (be mistaken)απατώμαι ρ αμ
  τρέφω αυταπάτες ρ μ + ουσ θηλ πλ
 If you think that politician is honest, you're deluding yourself!
delude yourself into doing [sth] v expr (think, believe, etc. mistakenly)τρέφω αυταπάτες και κάνω κτ περίφρ
  αυταπατώμαι κάνοντας κτ περίφρ
  κοροϊδεύω τον εαυτό μου κάνοντας κτ περίφρ
 Don't delude yourself into thinking that your life would be better in another city.
deport yourself vtr + refl dated, formal (behave, conduct yourself)συμπεριφέρομαι ρ αμ
  φέρομαι ρ αμ
 Our employees are expected to deport themselves with the highest levels of integrity.
deprive yourself vtr + refl (abstain from, go without [sth])στερούμαι ρ αμ
deprive yourself of [sth] v expr (deny yourself [sth])στερούμαι ρ μ
detach yourself vtr + refl (no longer be involved)αποσπώμαι, απομακρύνομαι ρ αμ
  διαχωρίζω τη θέση μου έκφρ
 Your parents need to sort out their own problems; you should try to detach yourself.
detach yourself from [sth] v expr (no longer be involved)απομακρύνομαι από κτ ρ αμ + πρόθ
  απεμπλέκομαι από κτ ρ αμ + πρόθ
devote yourself to [sth/sb] v expr (dedicate yourself) (σε κτ/κπ)αφιερώνομαι, αφοσιώνομαι ρ αμ
 My mother devoted herself to her children.
 Η μητέρα μου αφιέρωσε τον εαυτό της στα παιδιά της.
devote yourself to doing [sth] v expr (put all your energy into) (στο να κάνω κάτι)αφιερώνομαι, αφοσιώνομαι ρ αμ
 After his wife's death from cancer, he devoted himself to fundraising for cancer charities.
 Μετά το θάνατο της γυναίκας του από καρκίνο αφοσιώθηκε στη συγκέντρωση χρημάτων για αντικαρκινικές φιλανθρωπικές οργανώσεις.
differentiate yourself from [sth/sb] vtr (prove yourself unlike)διαχωρίζω τη θέση μου έκφρ
  διαφοροποιούμαι ρ αμ
 How would you differentiate yourself from the six other people who have applied for this job?
dig deep within yourself v expr figurative (summon inner resources)μαζεύω όλες μου τις δυνάμεις, συλλέγω όλες μου τις δυνάμεις έκφρ
  (μεταφορικά)σκάβω βαθιά μέσα μου, ψάχνω βαθιά μέσα μου έκφρ
 Dig deep within yourself and you'll find you can overcome any fear.
discipline yourself vtr + refl (exercise self-control)έχω αυτοπειθαρχεία έκφρ
 When you move out of the house you will have to discipline yourself; no one will be there to watch over you.
 Όταν φύγεις από το σπίτι θα πρέπει να έχεις αυτοπειθαρχία γιατί κανείς δε θα είναι εκεί να σε επιβλέπει.
discipline yourself,
discipline yourself to do [sth]
vtr + refl
(train yourself to do [sth])συγκρατούμαι ρ αμ
 In order to do well in the marathon race, Frank had learned to discipline himself to hold a sustainable pace.
discredit yourself vtr + refl (lose trust of others)χάνω φερεγγυότητα έκφρ
  δυσφημίζομαι, ντροπιάζομαι ρ αμ
 Politicians often discredit themselves by accepting bribes.
 Οι πολιτικοί πολύ συχνά χάνουν τη φερεγγυότητά τους όταν αποδέχονται δωροδοκίες.
Επόμενα 100 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση faith in yourself στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «faith in yourself».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!